Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, είναι ένα νομικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, με σαφές περιεχόμενο και συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τα κράτη- μέλη. Κι όμως, στην πράξη, μοιάζει όλο και περισσότερο να αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα υπό όρους, υπό προϋποθέσεις, υπό πίεση και στην τελική υπό διαπραγμάτευση.
Στο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατοχυρώνει ρητά την ελευθερία της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας λήψης και μετάδοσης πληροφοριών χωρίς παρεμβάσεις δημόσιας αρχής. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η ελευθερία αυτή αποτελεί έναν από τους θεμέλιους λίθους μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Παράλληλα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επαναλαμβάνει αυτή την προστασία, συνδέοντάς την μάλιστα άμεσα με την ελευθερία και την πολυφωνία των μέσων ενημέρωσης. Η πρόσφατη υιοθέτηση το 2024 του κανονισμού European Media Freedom Act (EMFA), που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της πολυφωνίας των μέσων ενημέρωσης σε όλα τα κράτη μέλη, επιχειρεί να θέσει πιο συγκεκριμένα όρια στις παρεμβάσεις των κρατών και να ενισχύσει την ανεξαρτησία των ΜΜΕ, αναγνωρίζοντας ότι οι απειλές πλέον δεν είναι μόνο άμεσες, αλλά και δομικές.
Κι όμως, παρά το νομικό πλέγμα προστασίας, η πραγματικότητα σε πολλά κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της χώρας μας, αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα. Η λογοκρισία δεν εμφανίζεται πλέον απαραίτητα με τη μορφή της ευθείας απαγόρευσης. Αντιθέτως, εκδηλώνεται μέσα από πιο σύνθετους και συχνά λιγότερο ορατούς μηχανισμούς, όπως οικονομικές πιέσεις, συγκέντρωση ιδιοκτησίας των μέσων, στρατηγικές αγωγές (SLAPPs), στοχοποίηση δημοσιογράφων, ακόμη και κανονιστικές παρεμβάσεις που, υπό το πρόσχημα της «ρύθμισης», περιορίζουν την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει ήδη επισημάνει, μέσα από Συστάσεις και Εκθέσεις, ότι τα κράτη οφείλουν όχι μόνο να απέχουν από παρεμβάσεις, αλλά και να διασφαλίζουν ένα ενεργό, πλουραλιστικό και ασφαλές περιβάλλον για τα ΜΜΕ.
Στην ίδια κατεύθυνση, η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), έχει επανειλημμένα επισημάνει τις ελλείψεις στο πεδίο της ελευθερίας του λόγου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για θεσμικές εγγυήσεις, διαφάνεια και ουσιαστική λογοδοσία.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο, η φίμωση δεν είναι πάντα αποτέλεσμα απαγόρευσης. Είναι συχνά αποτέλεσμα φόβου, πίεσης και αυτολογοκρισίας. Όταν δημοσιογράφοι αποφεύγουν να ερευνήσουν, όταν μέσα ενημέρωσης προσαρμόζουν τη γραμμή τους για να επιβιώσουν και όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε «ασφαλή» θέματα, τότε η ελευθερία της έκφρασης έχει ήδη περιοριστεί, ακόμη κι αν τυπικά παραμένει κατοχυρωμένη.
Καμία δημοκρατία, όμως, δεν λειτουργεί με σιωπές.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι το αν υπάρχουν νομικά εργαλεία. Υπάρχουν και είναι ισχυρά. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να εφαρμοστούν, γιατί χωρίς αυτή, ακόμη και το πιο πλήρες νομικό πλαίσιο παραμένει κενό γράμμα.